Google+

Πώς να αναπτύξω μία υγιή σχέση με το θετό μου παιδί

Τα ένστικτα της πατρότητας και της μητρότητας είναι βαθιά ριζωμένα στην ανθρώπινη φύση. Είναι αυτά που ωθούν το ρεύμα της ζωής να κυλάει σταθερά και αδιάκοπα από το μακρινό παρελθόν ως το παρόν και το άγνωστο μέλλον. Όμως οι δεσμοί γονέα και παιδιού δεν δημιουργούνται μόνο βιολογικά -εξ αίματος- αλλά και τεχνητά με την υιοθεσία. Η υιοθεσία αποτελεί έναν αρχαίο θεσμό που φτάνει ως τις μέρες μας. Είναι ένας θεσμός αγάπης κυρίως και πάνω από όλα.

 

Οι θετοί γονείς πρέπει να γνωρίζουν ότι η πράξη της υιοθεσίας δεν είναι μια απλή απόφαση. Δεν αρκεί να έχουν καλή οικονομική κατάσταση και να χαίρουν κοινωνικής εκτιμήσεως, ιδιότητες που συχνά προβάλλονται ως κύριες για να είναι κανείς καλός θετός γονέας. Απαιτούνται παιδοκεντρικά κίνητρα, θετικές εμπειρίες από γονικά πρότυπα, ευέλικτες στάσεις απέναντι στη σημασία της κληρονομικότητας και την αποδοχή του δυναμικού του ίδιου του παιδιού με τις ικανότητες και τους περιορισμούς του.

 

Ο ρόλος των θετών γονέων φέρει επιπρόσθετες ευθύνες και είναι πιο περίπλοκος από αυτόν των φυσικών γονέων. Δεν πρέπει να τους λείπει η ευαισθησία, η ευελιξία και η ικανότητα προσαρμογής σε σχέση με τις ανάγκες του παιδιού, οι οποίες συνεχώς αλλάζουν. Επίσης, είναι σημαντικό να υπάρχει συναισθηματική ισορροπία και ικανότητα για την αντιμετώπιση των απογοητεύσεων που πιθανόν να προέλθουν από τις αντιδράσεις του ίδιου του παιδιού. Συχνά, π.χ. οι θετοί γονείς διακατέχονται από υπερβολικό άγχος και ανησυχίες, ακόμα και για φυσιολογικές αντιδράσεις του παιδιού τους, όπως τα έντονα ξεσπάσματα στην αναπτυξιακή ηλικία της εφηβείας.

 

Είναι σημαντικό λοιπόν, οι θετοί γονείς να έχουν προσαρμοστεί σε σχέση με την «ατεκνία», δηλαδή να μη θεωρούν το γεγονός ότι δεν απέκτησαν παιδιά σαν προσωπική τους αποτυχία και δυστυχία. Θα πρέπει να βλέπουν τους εαυτούς τους ανεξάρτητα από την ικανότητά τους για αναπαραγωγή, να έχουν απαλλαγεί από αρνητικά συναισθήματα εξάρτησης, ζήλειας, συγκρούσεων, να έχουν υγιή κίνητρα και τη διάθεση να στηρίζουν τη σχέση τους με το παιδί στην αγάπη, την ειλικρίνεια και την αλήθεια για την προέλευσή του.

 

Οι θετοί γονείς συχνά φοβούνται πως το παιδί αν μάθει ότι είναι υιοθετημένο, θα πληγωθεί, θα γίνει ανυπάκουο και επιθετικό ή θα γίνει στόχος ρατσιστικών εκδηλώσεων από τον κοινωνικό περίγυρο. Ακόμα χειρότερα, ότι θα θελήσει να τους εγκαταλείψει. Στην προσπάθειά τους όμως να καλύψουν τη δική τους ανασφάλεια καταλήγουν να αφήνουν το παιδί τους στο σκοτάδι,  κλείνουν τις διόδους επικοινωνίας και τελικά δεν το βοηθούν καθόλου να χτίσει μια υγιή προσωπικότητα που θα στηρίζεται σε γερές βάσεις που θα συμπεριλαμβάνουν και το παρελθόν του πριν την πράξη της υιοθεσίας. Έτσι, αφήνουν την ενημέρωση για την καταγωγή του στο μέλλον, «όταν θα έχει μεγαλώσει και θα καταλαβαίνει» ή ακόμα χειρότερα στη φάση της εφηβείας, που τα παιδιά ήδη διακατέχονται από συναισθήματα ανησυχίας, προβληματισμούς και δυσκολίες σε σχέση με την απόκτηση ταυτότητας του Εγώ.

 

Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις οι θετοί γονείς γίνονται υπερπροστατευτικοί και χτίζουν ένα κουκούλι γύρω από το παιδί με αποτέλεσμα αυτό να προσκολλάται πάνω τους και να δυσκολεύεται ιδιαίτερα στην αυτονόμησή του στο μέλλον. Είναι σημαντικό οι θετοί γονείς να διαβεβαιώνουν το παιδί πως θα είναι για πάντα οι γονείς του και ότι αυτό τίποτα δε θα μπορέσει να το αλλάξει, χωρίς όμως να πέφτουν πάνω του ασφυκτικά και να μην του επιτρέπουν να περάσει φυσιολογικά τα στάδια της ανάπτυξής του, όπου θα χρειαστεί να δοκιμάσει τα όριά του, θα κλάψει, θα απογοητευτεί, θα πετύχει, θα αμφισβητήσει, θα επαναστατήσει και θα χτίσει τελικά μια υγιή και ανεξάρτητη προσωπικότητα.

 

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το υιοθετημένο παιδί φέρει τη μνήμη της ψυχολογικής του απόρριψης από τους φυσικούς του γονείς. Αν μάλιστα η υιοθεσία γίνει σε ηλικία άνω των 5 ετών, το παιδί αντιλαμβάνεται, σχεδόν όπως κι εμείς, το περιβάλλον του και του είναι ξεκάθαρη και σε συνειδητό πια επίπεδο η απόρριψη από τους φυσικούς του γονείς. Σε αυτήν την περίπτωση, οι θετοί γονείς ίσως κληθούν να αντιμετωπίσουν παντός είδους συνεχή παράπονα και απαιτήσεις, την ανυπακοή ή αντίθετα τη διστακτικότητα του παιδιού απέναντί τους, τα οποία αντανακλούν την αβεβαιότητα, την επιφυλακτικότητα και την ανασφάλεια του προς αυτούς. Στην καινούρια οικογένεια το παιδί αποζητά τη χαμένη στοργή και αγάπη, ενώ συγχρόνως θέτει σε δοκιμασία την προσφορά και τα όρια των θετών γονέων. Το υιοθετημένο παιδί συχνά χαρακτηρίζεται ως “δύσκολο”, είναι το παιδί που αδιάκοπα δοκιμάζει τους “νέους” του γονείς, παίζει με τα όρια και “ελέγχει” αν θα το αντέξουν ό, τι και να κάνει ή αν θα το παρατήσουν κι αυτοί, όπως έκαναν και οι φυσικοί του γονείς, κι αυτό γιατί έχει τρομερό άγχος και φόβο ότι μπορεί να επαναληφθεί αυτή η αρχική του εγκατάλειψή.

 

Ερευνητικά αποτελέσματα και η κλινική εμπειρία δείχνουν ότι τα προβλήματα συμπεριφοράς των υιοθετημένων παιδιών, οι δυσκολίες στις σχέσεις γονέων και παιδιών, τα θέματα ενημέρωσης των παιδιών για την υιοθεσία τους και γενικότερα η έκβαση της υιοθεσίας, συχνά εξαρτώνται από την προσωπικότητα και τις στάσεις των γονέων και ειδικότερα από την κατανόηση και αποδοχή του ρόλου τους και των περιορισμών που τον χαρακτηρίζουν, σε σύγκριση με το ρόλο των φυσικών γονέων.

 

Τα παιδιά έχουν το αναφαίρετο δικαίωμα να μάθουν την αλήθεια για την καταγωγή τους και μάλιστα αυτό που χρειάζεται να κάνουν οι θετοί γονείς είναι να μιλάνε γι’ αυτό το θέμα στο παιδί από την πρώτη μέρα που θα το φέρουν στο σπίτι, ακόμα κι αν εκείνο είναι ακόμα μωρό. Δε λέω βέβαια να καθίσετε απέναντί του και να του εξηγήσετε, όπως θα κάνατε με ένα μεγαλύτερο παιδί, αλλά καθώς το φροντίζετε, του αλλάζετε την πάνα ή το ταΐζετε θα μπορούσατε να λέτε π.χ. “Μπορεί να μη σε γέννησα, αλλά είσαι το μωρό μας και σ’ αγαπώ”. Το βρέφος σαφώς δεν έχει συναίσθηση του νοήματος της πρότασης αυτής, όμως αργότερα θα μπορέσει να ανατρέξει σε αυτή και να κατανοήσει τι σημαίνει η λέξη “υιοθετώ”. Η πιο κατάλληλη ηλικία για να μιλήσετε στο παιδί σας είναι αυτή των 2 έως 5 ετών. Δεν υπάρχει κάποιος μπούσουλας στον οποίο θα μπορούσατε να ανατρέξετε. Φροντίστε να βρίσκεστε σε ένα οικείο περιβάλλον για το παιδί, π.χ. στο δωμάτιό του, να είστε ήρεμοι τόσο εσείς, όσο και το παιδί και θα σας συμβούλευα να είστε ο εαυτός σας, χρησιμοποιείστε απλές προτάσεις που να ταιριάζουν τόσο σε εσάς όσο και στο παιδί σας, πλάστε και διηγηθείτε ιστορίες που θα προσομοιάζουν στη δική σας ιστορία ή διαβάστε του έτοιμα παραμύθια του εμπορίου, ειδικά για την υιοθεσία. Ενδεικτικά θα αναφέρω τα παραμύθια: “ο λαγουδίνος μας”, από τις εκδόσεις “Νίκας” και “οι δύο μαμάδες του Μελένιου” από τις εκδόσεις “Μεταίχμιο”. Το παιδί σας το πιθανότερο είναι πως δεν θα μπορέσει να αντιληφθεί ακριβώς τι προσπαθείτε να του πείτε, όμως όταν φτάσει στην ηλικία των 6 με 7 ετών θα μπορέσει να κατανοήσει πληρέστερα την έννοια της υιοθεσίας και βέβαια δε θα του είναι τόσο δύσκολο γιατί θα έχει ζωντανές τις μνήμες από τις ιστορίες και τα παραμύθια που θα του έχετε ήδη διηγηθεί σε μικρότερη ηλικία. Ίσως χρειαστεί να επαναλάβετε αρκετές φορές τα ίδια πράγματα, όμως να θυμάστε πως αυτό είναι κάτι φυσιολογικό για τα παιδιά προκειμένου να κατανοήσουν αυτό που τους λέτε. Και βέβαια μην ξεχνάτε να χρησιμοποιείτε συχνά τις λέξεις «γιέ μου» και «κόρη μου» αντίστοιχα. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει και το παιδί κι εσείς οι ίδιοι να προσαρμοστείτε και να αποδεχτείτε το νέο σας ρόλο πιο γρήγορα. Σαν αυτές οι λέξεις να γίνονται σιγά σιγά η νέα σας πραγματικότητα.

 

Όσον αφορά την υιοθεσία παιδιών σε μεγαλύτερη ηλικία σημαντικό ρόλο και θεμέλιο λίθο αποτελεί η προετοιμασία του παιδιού, που αρχίζει με τη γνωριμία του με τους θετούς γονείς, η οποία πρέπει να γίνεται με σεβασμό στις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες του ίδιου του παιδιού, πάντα με την παρουσία και τη βοήθεια του ατόμου που έχει δεσμό με το παιδί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Έτσι επιτυγχάνεται το «πέρασμα» της φροντίδας του στους νέους γονείς σταδιακά, με όσο το δυνατόν λιγότερη ανασφάλεια. Η προετοιμασία του μεγαλύτερου παιδιού -πριν τη γνωριμία με τους θετούς γονείς και την τοποθέτηση του στη νέα του οικογένεια-  αποσκοπεί επίσης στο να βοηθήσει το παιδί να καταλάβει τις συνθήκες της ζωής του και την προέλευσή του, να επεξεργαστεί το άγχος, τους φόβους, τη σύγχυση που αισθάνεται, να «συμβιβαστεί» κατά το δυνατόν με την αδυναμία των φυσικών γονιών του να το φροντίσουν ή με την εγκατάλειψή του ακόμα, και βεβαίως να εκφράσει τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του, ώστε να αποφευχθούν μετέπειτα δυσλειτουργίες και προβλήματα τόσο στο ίδιο όσο και στη θετή του οικογένεια.

 

Ασφαλώς είναι πολύ λεπτή η ισορροπία που θα πρέπει οι θετοί γονείς να πετύχουν, ώστε να ανταποκριθούν στις ειδικές ανάγκες του ρόλου τους, χωρίς να χάσουν τον αυθορμητισμό και τον δυναμισμό της σχέσης γονέως- παιδιού. Το έργο τους είναι δύσκολο και επίπονο. Για να είναι θετική η έκβαση της υιοθεσίας είναι βασικό οι θετοί γονείς να δημιουργήσουν μία οικογένεια, όπως όλες οι φυσικές οικογένειες, να μεγαλώσουν το θετό παιδί «σαν να το γέννησαν», με την ίδια συναισθηματική προσφορά και την ίδια αγάπη, αλλά από την άλλη τους ζητείται να ενημερώσουν το παιδί για την υιοθεσία του, να του μιλούν γι’ αυτή, όταν και όσο χρειάζεται και να κρατούν «ζωντανή» την ιστορία του.

 

Κλείνοντας αυτό το άρθρο θα ήθελα να σημειώσω πως είναι ιδιαίτερα σημαντικό οι θετοί γονείς να είναι σε επαφή με έναν ψυχολόγο, πριν την πράξη της υιοθεσίας και μετά από αυτήν, ο οποίος θα ακούει τους προβληματισμούς τους, θα τους προτείνει τεχνικές επίλυσης προβλημάτων και θα τους δείχνει πώς να χειριστούν την προηγούμενη απώλεια, απόρριψη ή και θλίψη του παιδιού και βέβαια πώς να χειριστούν δικά τους θέματα που μπορεί να αναδυθούν με την ανάληψη αυτής της νέας ευθύνης. Αυτή η διαδικασία ενίσχυσης κάνει τους θετούς γονείς να νιώθουν ότι ελέγχουν την κατάσταση και ότι είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν καλύτερα τις δύσκολες καταστάσεις, και έτσι μπορεί να αποφευχθούν τυχόν δυσκολίες, εντάσεις ή και συγκρούσεις με το παιδί.

 

Η «συνταγή» για τη νέα οικογένεια περιλαμβάνει βασικά υλικά, όπως είναι η ανιδιοτελής αγάπη, η εμπιστοσύνη στον εαυτό σας και το παιδί και η ειλικρίνεια σχετικά με το παρελθόν, ώστε να μπορέσετε να χτίσετε μαζί νέες μνήμες στο μέλλον. Από κει και πέρα αυτοσχεδιάστε, βάλτε ό, τι «υλικά» θέλετε και πειραματιστείτε. Το σίγουρο είναι πως θα κάνετε λάθη, όπως άλλωστε κάνουν όλοι οι γονείς, γιατί η «συνταγή» είναι ανοιχτή και χωρά πολλούς αυτοσχεδιασμούς, το σημαντικότερο είναι να μην ξεχάσετε τα βασικά υλικά.

 

Φαίη Μαυρομμάτη

Ψυχολόγος- Παιγνιοθεραπεύτρια

art-playtherapy.gr

Πείτε μας τη γνώμη σας