Google+

Παραμύθι, Μια Μεγάλη Αγκαλιά!

Tης Μελίνας Μακρίδου, MSc Ψυχολογία Υγείας,University of Bristol,UK, Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας,Ψυχοθεραπεύτρια Gestalt.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια χελωνίτσα που την έλεγαν Φωτεινή.

Η Φωτεινή έμενε στo δάσος, στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς γιατί ο μπαμπάς και η μαμά της έλειπαν.

Θα αναρωτιέσαι, γιατί έλειπαν οι γονείς της;

Ο μπαμπάς της Φωτεινής είχε αρρωστήσει βαριά. Κάτι έπαθε το καβούκι του και έσπαγε σιγά-σιγά. Έτσι, μαζί με τη μαμά της πήγαν στο μεγάλο δάσος, να ζητήσουν την βοήθεια του σοφού μάγου. Ίσως εκείνος με τα μαγικά  του φίλτρα να μπορούσε να γιατρέψει το μπαμπά της.

Η Φωτεινή ήθελε τόσο πολύ να δει τους γονείς της!!!Πολλές φορές σκεφτόταν μήπως έκανε κάτι αυτή και αρρώστησε ο μπαμπάς της. Άλλες φορές σκεφτόταν, μήπως ο μπαμπάς της και η μαμά της την ξεχάσουν και δεν την αγαπάνε πια ,τώρα που είναι στο μεγάλο δάσος. Αυτές και άλλες τόσες σκέψεις βασάνιζαν το μυαλουδάκι της Φωτεινής. Κάθε βράδυ κοιτούσε τον ουρανό και παρακαλούσε τα σύννεφα και τα αστεράκια να φέρουν πίσω τους γονείς της.

Και έτσι οι μέρες περνούσαν..

Μια μέρα, όμως, η Φωτεινή γύρισε στο σπίτι νωρίτερα. Οι παππούδες της δεν την κατάλαβαν και τους κρυφάκουσε που έλεγαν πως η υγεία του μπαμπά της χειροτερεύει.

Η Φωτεινή έκανε πως δεν άκουσε τίποτα. Μπήκε στο δωμάτιο της και τηλεφώνησε τους φίλους της, τον Αναστάση το λιονταράκι, την Αγγέλα την τίγρη, την Σόφη την πεταλουδίτσα και την Αγάπη την ελεφαντίνα. Εκείνοι ήρθαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Η Φωτεινή άρχισε να τους λέει όλα όσα είχε κρυφακούσει. Στο τέλος τους είπε πως σκέφτεται να φύγει, να πάει να βρεί τον μπαμπά και τη μαμά.

Τότε η Αγγέλα της είπε πως, αν πίστευε πως ήταν καλή ιδέα, θα την έβαζε στην πλάτη της και θα την πήγαινε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στους γονείς της. Ο Αναστάσης είπε πως θα ερχόταν και αυτός μαζί τους, για να τους προστατέψει από  τους κινδύνους που θα συναντούσαν στο μεγάλο δάσος, αλλά σκέφτηκε ότι δεν είναι καλά ιδέα. Η Αγάπη  δεν μιλούσε, μόνο άκουγε. Στο τέλος είπε, »Συμφωνώ και εγώ! Δεν είναι καλή ιδέα! Ας σκεφτούμε μια καλύτερη ιδέα όλοι μαζί!»

Άρχισαν να σκέφτονται, ώσπου ξαφνικά, ακούστηκε η φωνή της Αγγέλας «Το βρήκα!»,«Φωτεινή πάρε χαρτί και μολύβι! Αφού δεν μπορείς να πάς, θα γράψεις ένα γράμμα στους γονείς σου και θα τους πείς όλα όσα θέλεις , σα να είσαι κοντά τους!»

Στο μεταξύ, να σου και η Σόφη η πεταλουδίτσα-αργοπορημένη όπως πάντα. Ακουσε την ιδέα της Αγγέλας, συμφώνησε και πήγε να φωνάξει το Γρηγόρη το περιστέρι, το πιο γρήγορο περιστέρι του δάσους, να πάει το γράμμα στους γονείς της Φωτεινής.

Αφού συμφώνησαν όλοι ότι είναι ωραία ιδέα, η Φωτεινή άρχισε να γράφει…

Αγαπημένε μου μπαμπά και μαμά, μου λείπετε τόσο πολύ! Κάθε βράδυ κοιτάω τον ουρανό και παρακαλώ τα σύννεφα και τα αστεράκια να σας φέρουν γρήγορα κοντά μου..Μπαμπά μου! Μαμά μου! Έχω τόσα πολλά να σας πώ που δεν χωράνε σε αυτό το γράμμα. Το μόνο που μπορώ τώρα να σας πώ είναι ότι σας αγαπώ και σας ευχαριστώ που είστε εσείς οι γονείς μου! Κ αν μερικές φορές θυμώνω και λέω ότι δεν σας θέλω, να ξέρετε ότι δεν το εννοώ!

Σας φιλώ γλυκά και σας στέλνω την πιο μεγάλη μου αγκαλιά!

Πήρε το γράμμα ο Γρηγόρης που μόλις είχε έρθει και πέταξε αμέσως ψηλά για να πάει το γράμμα στους γονείς της Φωτεινής.

Εκείνο το βράδυ η Φωτεινή ένιωσε ότι αυτή η αγάπη που νιώθει για τους γονείς της δε θα χαθεί ποτέ..

Την επόμενη μέρα πριν καλά καλά ξημερώσει η Φωτεινή ξύπνησε από έναν επίμονο χτύπο στο παράθυρο της.«Τι να είναι; Αναρωτήθηκε» και πριν καλά καλά τελειώσει τη φράση της, είδε το Γρηγόρη και η καρδιά της άρχισε να χτυπάει δυνατά.«Θεέ μου κάνε να έχει νέα από το μπαμπά και τη μαμά.» και με τρεμάμενα χεράκια άνοιξε το παράθυρο.

Η ευχή της εισακούσθηκε και έτσι βρέθηκε να κρατάει στα χέρια της το γράμμα του μπαμπά της.

Το άνοιξε με λαχτάρα και άρχισε να το διαβάζει δυνατά.

Αγαπημένη μου κορούλα! Τι και αν είμαστε μακριά η μαμά σου και εγώ..Σε σκεφτόμαστε καθημερινά. Σε αγαπάμε, όσο δεν μπορείς να φανταστείς  και είμαστε πολύ περήφανοι για σένα! Η αγάπη σου φωτίζει και ζεσταίνει τις καρδιές μας. Ο σοφός μάγος κάνει ό,τι μπορεί, για να γίνω καλύτερα και να γυρίσουμε γρήγορα κοντά σου, αλλά..Φωτεινή μου ό,τι και να γίνει, θέλω να ξέρεις ότι πάντοτε θα είμαστε  μαζί.

Σε φιλώ και εγώ γλυκά και σου στέλνουμε με τη μαμά την πιο μεγάλη μας αγκαλιά!

Η Φωτεινή δεν άφηνε το γράμμα από τα χέρια της. Για μέρες το κουβαλούσε μαζί της και ήταν τόσο χαρούμενη….

Μετά από λίγες μέρες, μια άλλη μεγάλη έκπληξη περίμενε την Φωτεινή! Γύρισε η μαμά της! Η Φωτεινή έτρεξε, την αγκάλιασε και άρχισε να την φιλάει.«Μαμά μου, μανούλα μου, μαμά μου!»Μετά από λίγη ώρα την ρώτησε,«…μαμά που είναι ο μπαμπάς; Ήταν κουρασμένος και κοιμάται; Μήπως ο σοφός μάγος δεν τον άφησε να έρθει; Πές μου,μανούλα μου,τι έγινε;»

Η μαμά της την κοίταξε και της απάντησε με ηρεμία: «Φωτεινούλα μου, ο μπαμπάς έφυγε. Το τελευταίο πράγμα που μου είπε είναι ότι μας αγαπάει και ότι θα είναι πάντα κοντά μας…»

Η Φωτεινή δεν κατάφερε να πεί λέξη. Μπήκε στο δωμάτιο της ,κλείδωσε την πόρτα και άρχισε να κλαίει. Ήρθαν οι φίλοι της, της είπαν να τους ανοίξει να μιλήσουνε,μα…δεν ήθελα να δει κανέναν…Μέρες ολόκληρες ούτε έτρωγε ούτε έπινε. Κόντεψε ακόμα και ν’ αρρωστήσει.

Όλες αυτές τις μέρες η μαμά της Φωτεινής ήταν διαρκώς έξω από τη πόρτα της. Δεν μιλούσε. Το μόνο πράγμα που της είπε είναι :«Φωτεινούλα μου,αν δεν ζήσεις την λύπη,δεν μπορείς να αισθανθείς τη χαρά. Εγώ θα είμαι εδώ για σένα όταν εσύ το ζητήσεις»

Ένα βράδυ  η Φωτεινή, είδε στον ύπνο της το μπαμπά της να της λέει πως είναι πολύ στεναχωρημένος, γιατί όλες αυτές τις μέρες την βλέπει να είναι κλεισμένη στο δωμάτιο της. Ξύπνησε, άναψε το φως και περίμενε μέχρι να ξημερώσει.

Το πρωί ζήτησε συγνώμη από τη μαμά της..πριν καλά –καλά τελειώσει τη φράση της η μαμά της την αγκάλιασε και της εξήγησε ότι δεν πρέπει να ζητάει συγνώμη, γιατί όλοι πονάμε και στεναχωριόμαστε για κάποιον που αγαπάμε και φεύγει. Της έδωσε ένα γλυκό φιλί και τη συμβούλεψε να πάει να βρεί τους φίλους της.«Όταν είμαστε στεναχωρημένοι χρειαζόμαστε παρέα, έτσι μαλακώνει ο πόνος… όπως όταν σου δίνω μέλι. Οι φίλοι είναι το μέλι στη ζωή μας. Πήγαινε να τους βρείς. Σε περιμένουν»

Έτσι  και έγινε..η Φωτεινή πήγε να βρεί τον Αναστάση, την Αγγέλα, την Σοφία και την Αγάπη να τους πεί τι είχε συμβεί.

Κανένας τους δε μίλησε στην αρχή. Μόνο την αγκαλιάσανε τρυφερά, όπως μπορούσε ο καθένας. Αν τους έβλεπες από πάνω, θα έβλεπες ένα περίεργο αστεράκι να σχηματίζεται: η Φωτεινή στη μέση και στο καβουκάκι της ακουμπισμένα απαλά, η προβοσκίδα της Αγάπης, η ουρίτσα του Αναστάση και της Αγγέλας και το φτεράκι της Σοφίας.

Η Αγγέλα δάκρυσε κρυφά γιατί ήξερε πως είναι…Σκούπισε το δάκρυ της γρήγορα-γρήγορα και υποσχέθηκε να μην αφήσει τη Φωτεινή ούτε στιγμή μόνη της. Η Σοφία έκανε την ίδια υπόσχεση και, μιας και ήταν πρακτικό μυαλό, αποφάσισε να βρεί τρόπο να φέρνει το μπαμπά της Φωτεινής στα όνειρα της, όσο πο συχνά γίνεται. Εκεί που ο Αναστάσης έψαχνε κάτι αστείο να πεί, η Αγάπη έδωσε τη λύση! Δεν κατάφερε να συγκρατήσει μια σταγονίτσα από την προβοσκίδα της και έκανε μούσκεμα το καβουκάκι της Φωτεινής!!!

Κοιτάχτηκαν όλοι μαζί μεταξύ τους και άρχισαν να γελάνε δυνατά! Για πόση ώρα γελούσανε και τώρα τα μάτια τους ήταν γεμάτα δάκρυα από τα γέλια! Αυτά τα δάκρυα δεν τα έκρυψε κανείς τους! Τους βρήκε το βράδυ να παίζουμε και να γελάνε, και όλα τα αστεράκια τους καμάρωναν και χαίρονταν μαζί τους…Ειδικά ένα!!!

Από τότε, κάθε φόρα που η Φωτεινή στεναχωριόταν για το μπαμπά της, θυμόταν το όνειρο που είχε δει. Κοιτούσε τον ουρανό, χαμογελούσε, άνοιγε τα χέρια της και έστελνε μια μεγάλη αγκαλιά, σίγουρη πως και ο μπαμπάς της την αγκάλιαζε..

Πείτε μας τη γνώμη σας