Google+

Παραμύθι: Ένα βαρύ φορτίο

«Κάποτε δύο ταξιδιώτες φτάσανε σε ένα χωριό και είδανε μια νεαρή γυναίκα που περίμενε να βρεθεί τρόπος να κατέβει από το φορείο που τη μετέφερε. Η βροχή που είχε πέσει ήταν πολύ δυνατή και ο δρόμος ήταν γεμάτος λακκούβες με νερό κι αν αυτή παρούσε στο έδαφος, το μεταξωτό της φόρεμα θα λερωνότανε. Στεκότανε , λοιπόν, και το μόνο που έκανε ήταν να βάζει τις φωνές στους υπηρέτες της. Αλλά αυτοί, μιας και δεν είχαν πού να ακουμπήσουν το φορείο, δεν μπορούσαν και να τη βοηθήσουν να περάσει τις λακκούβες.

Ο πιο νέος από τους ταξιδιώτες δεν έδωσε σημασία στη γυναίκα και συνέχισε το δρόμο του. Αλλά ο πιο ηλικιωμένος, πήγε, την άρπαξε, την έβαλε στους ώμους του και την πέρασε στις λακκούβες. Στη συνέχεια την ακούμπησε στην άλλη πλευρά του δρόμου. Αυτή, αντί να τον ευχαριστήσει, αντίθετα του έδωσε μια σπρωξιά και συνέχισε τον περίπατο της.
Οι δυο ταξιδιώτες συνέχισαν κι αυτοί να περπατούνε, αλλά ο νεότερος έδειχνε συλλογισμένος. Στο τέλος, δεν μπόρεσε να κρατηθεί και ρώτησε τον ηλικιωμένο φίλο του: «Η γυναίκα που πριν δύο, τρεις ώρες συναντήσαμε ήταν πολύ σκληρή και αγενής. Κι όμως εσύ δεν δίστασες να τη σηκώσεις στους ώμους σου και να τη μεταφέρεις σε στεγνό μέρος. Κι αυτή ούτε ένα ευχαριστώ δεν σου είπε!»
«Εγώ εδώ και ώρες την κατέβασα από τους ώμους μου», του απάντησε ο ηλικιωμένος ταξιδιώτης. «Εσύ γιατί την κουβαλάς;»
Aπό το παραμύθι: Οι υπέροχες ιστορίες του Γαλήνιου του Jon J Muth

Πείτε μας τη γνώμη σας